Τρίτη, 30 Ιούνιος 2009

Miles de Pasajeros - Χιλιάδες Επιβάτες

Τους άκουσα μόλις χτες, οπότε δικαιολογήστε το ποστ...



Πέμπτη, 25 Ιούνιος 2009

Pity


Ο Γουίλλιαμ Μπλέηκ γεννήθηκε το 1757 στο Λονδίνο, όπου και έζησε έως το 1827. Υπήρξε ρομαντικός ποιητής, που έμεινε γνωστός όμως όχι μόνο για τις μπαλάντες του αλλά και για τις ζωγραφικές του συνθέσεις. Μία από αυτές είναι και η ακόλουθη, με τον τίτλο Pity (Έλεος), η οποία ολοκληρώθηκε το 1795 και βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη της Tate Gallery στο Λονδίνο. Σε αυτήν, το άψυχο σώμα μίας γυναίκας κείτεται στο έδαφος, ενώ πάνω από αυτήν ίπτανται έφιππες άλλες δύο γυναίκες. Μία από αυτές κοιτά προς τα κάτω και κρατά ένα μικροσκοπικό παιδί. Το θέμα του πίνακα βασίζεται σε απόσπασμα σαιξπηρικού έργου, και συγκεκριμένα του «Μάκβεθ». Είναι το σημείο που ο ήρωας αναλογίζεται τις συνέπειες της δολοφονίας του Ντάνκαν (Ο στρατηγός Μάκβεθ όταν επέστρεψε νικητής από κάποιο πόλεμο συμβουλεύεται τρεις μάγισσες που του προλέγουν ότι θα γίνει Βασιλιάς. Παρακινούμενος τότε από την αχαλίνωτη φιλοδοξία του αλλά και από εκείνη της συζύγου του δολοφονεί τον φιλοξενούμενό του Βασιλιά Ντάνκαν και καταλαμβάνει το θρόνο της Σκωτίας). Λέει, λοιπόν, σε κάποιο σημείο ο ήρωας: «Το έλεος, σα νεογέννητο παιδί, βηματίζοντας στους ανέμους των ουράνιων χερουβείμ, πέρασε με άλογο…». Ο Μπλέηκ μετέτρεψε τους στίχους σε πίνακα – ut pictura poesis, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι Λατίνοι, ή αλλιώς «Ζωγραφική εστί σιγώσα ποίησις, ποίησις δε, φθεγγομένη ζωγραφία» κατά τον δικό μας, Λουκιανό. Το έργο του αντανακλά τη δική του, μυστική, θεώρηση του κόσμου, όπου φαντασία και πραγματικότητα μπλέκονται συνεχώς. Χάρη στα έργα του, ο Μπλέηκ ξεπέρασε τη φήμη του ως χαράκτης βιβλίων και έμεινε γνωστός κυρίως ως ποιητής. Πίστευε πάντα πως το πνεύμα είναι σημαντικότερο της ύλης, και πως ο αληθινός καλλιτέχνης είναι προφήτης, επειδή του έχει δοθεί θεϊκή κατανόηση του κόσμου. Αντιπροσωπευτικό του έργο που μπορείτε να αναζητήσετε στα ελληνικά είναι το Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης.

Τρίτη, 26 Μάϊος 2009

Post-modernity


Καμιά φορά σκέφτομαι πως, για το χάος που χαρακτηρίζει τον νεοελληνικό βίο, μπορεί να ευθύνεται, ανάμεσα σε άλλα, και η εξής κακή χρονική σύμπτωση: η Ελλάδα ζει, ταυτόχρονα, τις συνέπειες που διαμόρφωσαν το τοπίο της νεωτερικότητας στην Ευρώπη και τις αιτίες, παγκοσμίως, της μετανεωτερικότητας.

Νεωτερικότητα είναι η κατάσταση, χρονικά και κοινωνικά, στην οποία βρέθηκε το υποκείμενο μετά τον Διαφωτισμό. Διέθετε αυτονομία, αυτοδιάθεση, λόγο και πολιτική βούληση, αρετές που αναδεικνύονταν μέσα από την πάταξη του «άλλου» - αλλόδοξου, αλλόθρησκου, ετερόφυλου, αλλοεθνούς. Η νεωτερικότητα συμβάδισε με την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό της Ευρωπαϊκής σκέψης και πολιτικής, φτάνοντας εσχάτως μέχρι τη βία έναντι του «άλλου», πράξη που επιβεβαιώθηκε μέσα από τους δύο μεγάλους παγκοσμίους πολέμους, το πέρας των οποίων εγκαινίασε τη μετανεωτερικότητα.

Η μετανεωτερικότητα έχει σχέση όχι μόνο χρονική, αλλά πλέον και εναντιωματική με την προηγούμενη κατάσταση. Αντιπροσωπεύει την αλλαγή της ιεραρχίας και την εύνοια του «άλλου», καθώς μέσα από αυτόν επαναπροσδιορίζεται το υποκείμενο. Ο άνθρωπος, στις μετανεωτερικές κοινωνίες, σχετικοποιεί την αυτονομία και αυτοδιάθεσή του και αναγνωρίζει τα δικαιώματα του «άλλου». Παράγεται ένα πολυφωνικό, πολυ-πολιτισμικό περιβάλλον, στο οποίο το υποκείμενο συνδιαλέγεται επί ίσοις όροις με άλλα υποκείμενα.

Τι εννοούμε λοιπόν λέγοντας ότι η Ελλάδα βιώνει ταυτόχρονα δύο διαφορετικές καταστάσεις-χρονικές στιγμές; Η Ελλάδα βιώνει, όπως ειπώθηκε στον πρόλογο, τα αποτελέσματα της νεωτερικότητας, δηλαδή την εισαγωγή του «άλλου» στο πεδίο της σκέψης, της καθημερινότητας, της πολιτικής (βλέπε μετανάστες), και τις αιτίες της μετανεωτερικότητας, δηλαδή την υποχρέωση, παγκοσμίως, να περάσει από το στάδιο της σύγκρουσης στο στάδιο της ένταξης αυτού και της προσαρμογής.

Όταν τα μεγάλα αστικά κέντρα της Ευρώπης, Λονδίνο και Παρίσι, ήρθαν αντιμέτωπα στις αρχές του περασμένου αιώνα με την είσοδο ξένων – είτε εξόριστων, είτε μεταναστών από χώρες που υπήρξαν αποικίες της Δύσης, είτε προσφύγων πολέμων – η σύγκρουση ήταν τέτοια που τερμάτισε, προσωρινά, τη διαλεκτική σχέση του ατόμου με την κοινωνία και εγκαινίασε τις μαζικές εκδηλώσεις. Το άτομο, ως μονάδα, μπορεί να ήταν ηθελημένα απολιτίκ (apolitic), στάση που εκδηλωνόταν και στα έργα τέχνης του μοντερνισμού, τα οποία ήταν στοχευμένα προς την αισθητική, προς τη φόρμα, και όχι το περιεχόμενο. Ταυτόχρονα το ίδιο άτομο, ως μέρος μίας μάζας, μπορεί να συμμετείχε σε εκδηλώσεις ξενοφοβίας, με ακραία εκδήλωση τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, στα οποία δεν είναι τυχαίο ότι ενέδωσαν και αξιόλογοι καλλιτέχνες και στοχαστές του μοντερνισμού, όπως για παράδειγμα ο Έλιοτ και ο Πάουντ. Αυτή ήταν η συνέπεια της νεωτερικότητας: η είσοδος του «άλλου» και ο έλεγχος και περιορισμός του.

Η μετα-αποικιακή, μετανεωτερική, μεταπολεμική εποχή αναγκάζει πλέον τον άνθρωπο να δει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια του «άλλου», αναγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις του απέναντί του. Αναδεικνύει τον «άλλον» και τον πολιτισμό του, τη γλώσσα του, την κουλτούρα του, τη θρησκεία του και αναβιώνει την παράδοσή του παράγοντας έθνικ μουσική, ενδυμασία, κουζίνα, προωθώντας τους εξωτικούς προορισμούς στον τουρισμό και την εξωτική τέχνη. Αυτές είναι κάποιες από τις εκδηλώσεις της μετα-μοντέρνας εποχής, της εποχής που ξεπέρασε, ή τουλάχιστο έτσι ισχυρίζεται, τον φόβο για τον «άλλο» και ανακαλύπτει το παρελθόν της μέσα από αυτόν. Τα ίδια μεγάλα Ευρωπαϊκά αστικά κέντρα που κάποτε, εκατό χρόνια πριν, στιγμάτισαν τον «άλλον», έχουν σήμερα ενσωματώσει υγιώς, με κάποιες εξαιρέσεις ασφαλώς, τους ξένους τους στην κοινωνία τους.

Είναι σαφές ότι η Ελλάδα μόλις τώρα βιώνει τη νεωτερικότητα, γιατί το φαινόμενο εισροής μεταναστών είναι πολύ πρόσφατο στην ιστορία της. Άρα βρίσκεται στο στάδιο της σύγκρουσης και μη προσαρμογής. Το αστικό της τοπίο επίσης δεν έχει ολοκληρωθεί – ούτε κοινωνικά ούτε, σε πρακτικό επίπεδο, και πολεοδομικά. Δέχεται συνεχώς νέα στοιχεία που το καθιστούν κάθε στιγμή ανολοκλήρωτο, κακοφτιαγμένο, μισό. Ο μοντερνισμός, μία από τις εκδηλώσεις της νεωτερικότητας, ήταν φαινόμενο αστικό, της μεγάλης πόλης, της μητρόπολης, άρα η Ελλάδα δε μπορούσε να συμβαδίσει με το Λονδίνο και το Παρίσι το 1900. Και τι θα γίνει τώρα που, ενώ ταυτόχρονα ζει τη νεωτερικότητα, επιβάλλεται ταυτόχρονα να ακολουθήσει το μετανεωτερικό μοντέλο ζωής – δηλαδή την ανοχή του «άλλου», την ενσωμάτωσή του και την καλλιέργεια του πολυ-πολιτισμού; Πώς θα φιλοξενήσει, στις υπό συνεχή κατασκευή πόλεις της και στην πενιχρή οικονομία της, όχι μόνο τον «άλλον», αλλά τον εαυτό της και όλους τους άλλους;

Πέμπτη, 30 Απρίλιος 2009

Constant Fear

Θα το μοιραστώ μαζί σας. Ελπίζω να μην έχετε επίμονους φόβους...


Τετάρτη, 29 Απρίλιος 2009

Παράδοση και Λογοτεχνία


Γράφει ο Σεφέρης για την παράδοση το 1974: «…το πράγμα που με βοήθησε, περισσότερο από κάθε άλλο, δεν ήταν οι αφηρημένοι στοχασμοί ενός διανοούμενου, αλλά η πίστη και η προσήλωσή μου σ’ έναν κόσμο ζωντανών και περασμένων ανθρώπων, στα έργα τους, στις φωνές τους, στο ρυθμό τους, στη δροσιά τους. Αυτός ο κόσμος, όλος μαζί, μου έδωσε το συναίσθημα πως δεν είμαι μια αδέσποτη μονάδα, ένα άχερο στ’ αλώνι. Μου έδωσε τη δύναμη να κρατηθώ ανάμεσα στους χαλασμούς που ήταν της μοίρας μου να ιδώ» (Δοκιμές, Εκδ. Ίκαρος, Αθήνα). Σήμερα, το 2008, ο κόσμος έχει δει περισσότερους εκπατρισμούς και μαζικές μεταναστεύσεις από όσες έζησε και είδε ο μεγάλος μας ποιητής. Και ενώ συνεχίζουμε να αφομοιώνουμε, σαν υγιής οργανισμός, όλες τις επιρροές του πολύ-πολιτισμικού μας περιβάλλοντος, το αίτημα για τη διατήρηση της παράδοσης προβάλλει εξίσου επιτακτικό.

Παράδοση σημαίνει μνήμη, σημαίνει ταυτότητα, σημαίνει νοηματική συνέχεια ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Ο σύγχρονος και παράλληλος στον βίο του Σεφέρη Αγγλο-Αμερικάνος ποιητής Θ. Σ. Έλιοτ δίνει, πολύ νωρίτερα, το 1917, το δικό του στίγμα για την παράδοση, που έμελλε να γίνει κοινή πεποίθηση μιας γενιάς μοντερνιστών: «Η παράδοση είναι θέμα πολύ ευρύτερης σημασίας. Δε μπορεί να κληρονομηθεί, και αν την επιθυμείς πρέπει να την αποκτήσεις με πολύ μεγάλο κόπο. Περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, την ιστορική αίσθηση, την οποία θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε σχεδόν απαραίτητη για οποιονδήποτε θα επέμενε να είναι ποιητής πέραν του εικοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του. Και η ιστορική αίσθηση περιλαμβάνει μία αντίληψη ότι το παρελθόν δεν είναι μόνο παρελθόν, αλλά και παρόν».
Ο σεβασμός στο παρελθόν και η ψηλάφησή του στο παρόν αποτελούν την παράδοση, της οποίας οι εκφάνσεις είναι ποικίλες. Η λογοτεχνική παράδοση αποτελεί το σύνολο των γραπτών κειμένων που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά, στα οποία αποθησαυρίζεται πρώτα η γλώσσα της κοινωνίας, ταυτόχρονα όμως και οι μύθοι της, η συλλογική της φαντασία, οι κοινωνικές της ανησυχίες και οι αισθητικές της αντιλήψεις. Ως τέτοια, η λογοτεχνία καθίσταται τόσο εργαλείο εκπαίδευσης της κοινωνίας όσο και καθρέφτης της. Το λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να διδάξει τον αναγνώστη, να τον εξυψώσει από τον εαυτό του, όσο και να τον περιγράψει, να του δείξει τον εαυτό του και την κοινωνία του. Λέμε τελευταία πως στις μέρες μας συμβαίνει συχνότερα το δεύτερο, πως η λογοτεχνία υπόκειται σε εμπορικά κριτήρια, με αποτέλεσμα να αναπαράγει τηλεοπτικά θέματα προς τέρψιν, και όχι διδαχή, των αναγνωστών. Πάντα όμως γράφονται καλά βιβλία, και η εποχή ευνοεί την προσβασιμότητα σε αυτά, τώρα που το διαδίκτυο έχει γίνει από μόνο του μία πύλη σε διάφορες ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες. Και επειδή ζούμε στην εποχή της πληροφορίας, και κάθε πληροφορία είναι χρήσιμη, παραπέμπω τους αγγλομαθείς αναγνώστες σε δύο ιστοσελίδες πλούσιες σε κλασικά φιλοσοφικά και λογοτεχνικά κείμενα, διαθέσιμα ολόκληρα για εκτύπωση και ανάγνωση: www.marxists.org και www.gutenberg.org. Οι μη αγγλομαθείς παραπέμπονται στα βιβλιοπωλεία της χώρας!

Τρίτη, 28 Απρίλιος 2009

Πέρασμα στην Ιδιοκτησία


Πριν πω ο,τιδήποτε για το βιβλίο του E. M. Forster Howards End (1910), θα ήθελα να παραθέσω κάποια ενδιαφέροντα αποσπάσματα:

«Οι φτωχοί δε μπορούν πάντοτε να φτάσουν αυτούς που θέλουν να αγαπήσουν, και με δυσκολία μπορούν να ξεφύγουν από αυτούς που δεν αγαπάνε πια. Εμείς οι πλούσιοι μπορούμε».

«Τα σπίτια έχουν τον δικό τους τρόπο να πεθαίνουν, πέφτοντας κι αυτά ποικιλοτρόπως όπως οι γενιές των ανθρώπων, κάποια με έναν τραγικό βρυχηθμό, κάποια ήσυχα, έως την επόμενη ζωή στην πόλη των φαντασμάτων…».

Το βιβλίο γυρίστηκε ταινία με τον εύγλωττο τίτλο Επιστροφή στο Χάουαρντζ Εντ, παραγωγής 1992, και μεταφέρει περισσότερο από ικανοποιητικά στην οθόνη αυτό που φαίνεται πως προβληματίζει τον Φόρστερ, συγγραφέα των επίσης καλών βιβλίων Πέρασμα στην Ινδία και Δωμάτιο με Θέα: ποιες, αν υπάρχουν, είναι οι αμοιβαίες υποχωρήσεις που χρειάζεται να γίνουν, προκειμένου να συνυπάρξουν η ιδεαλίστρια Μεγκ και ο κυνικός Χένρυ, η επαναστάτρια Έλεν, αδερφή της Μεγκ, και το νεοσυντηρητικό περιβάλλον της οικογένειας των Γουϊλκοξ. Οι πολλαπλές αναγνώσεις του βιβλίου αφορούν τον τρόπο που οργανώνεται το θέμα της ιδιοκτησίας του σπιτιού Χάουαρντζ Εντ, το οποίο περνάει από τον Χένρυ Γουϊλκοξ και την άρρωστη γυναίκα του στη δεύτερη γυναίκα του, τη Μεγκ, και, εμμέσως, στην Έλεν και στο εκτός γάμου παιδί της. Ο Φόρστερ προκαλεί τον αγγλικό καθωσπρεπισμό μιας εποχής που είχε θέσει σαφή όρια ανάμεσα στους έχοντες και τους μη έχοντες, την ηθική και το αντίθετό της, την ανδρική και γυναικεία υπόσταση.

Μία τυχαία συνάντηση φέρνει κοντά την πλούσια και επιφανή οικογένεια των Γουϊλκοξ και τις καλλιεργημένες μα λιγότερο εύπορες αδερφές Σλέγκελ. Όσο η μεγαλύτερη από αυτές, η Μεγκ, καλλιεργεί τη φιλία της με την κυρία Γουϊλκοξ, η μικρότερη Έλεν συναναστρέφεται έναν άτυχο, από οικονομικής άποψης, νεαρό υπάλληλο της τράπεζας, τον Λέοναρντ Μπαστ, που ζει στα όρια της ανέχειας. Όταν η κυρία Γουϊλκοξ πεθαίνει, αφήνει το εξοχικό σπίτι προς έκπληξη όλων στη Μεγκ. Η οικογένεια των Γουϊλκοξ θα προσπαθήσει να κρύψει το γεγονός και να μη χάσει την περιουσία, πράγμα που θα καταφέρει καλά ως ένα σημείο, πριν μία αλυσίδα επίσης τυχαίων γεγονότων επιτρέψει, μόλις στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, στη Μεγκ, τη νέα κυρία Γουϊλκοξ, να μάθει την αλήθεια…

Καθώς το σπίτι επιστρέφει στη δικαιωματική ιδιοκτήτριά του και όχι στην μπουρζουαζία που εκπροσωπεί ο Χένρυ Γουϊλκοξ, ο συγγραφέας Φόρστερ απεικονίζει τις φιλοδοξίες τριών διαφορετικών τάξεων, με νικήτρια στο τέλος όχι ασφαλώς αυτήν που αρχικά προηγείτο. Η Έλεν, μητέρα πλέον του γιου του φτωχού Λέοναρντ Μπαστ, θα είναι η επόμενη ιδιοκτήτρια του σπιτιού, που έχει περάσει έτσι στα χέρια της εργατικής τάξης. Το βιβλίο γράφτηκε μία εποχή που τόσο στην Αγγλία όσο και σε όλο τον κόσμο, η εργατική τάξη ενωνόταν σε συνδικάτα και οργάνωνε τη συστηματική της πάλη στην άρχουσα τάξη. Θυμηθείτε τον «Βυσσινόκηπο» του Άντον Τσέχωφ, το θεατρικό έργο του 1904, γραμμένο λίγα μόλις χρόνια μετά την ίδρυση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στη Μόσχα, στο οποίο έργο το σπίτι, και ο κήπος της πρωταγωνίστριας, περνάνε από την ίδια, Κόμισσα Ρανιέβσκαγια, στον εγγονό και γιο των υπηρετών. Τόσο ο Τσέχωφ όσο και ο Φόρστερ καταγράφουν τις κοινωνικές αλλαγές που οδηγούσαν σε νέες ζυμώσεις τα λαϊκά στρώματα, χωρίς να υπονοούν πως ο νέος ιδιοκτήτης είναι απαραίτητα και ο οριστικός, αλλά μάλλον ότι η ιδιοκτησία είναι η μόνη σταθερά που ως τέτοια κινητοποιεί τους ανθρώπους σε πάλη προκειμένου να γίνουν κάτοχοι του τίτλου της.

Και τα δύο βιβλία έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Μια πολύ καλή επιλογή για όσους θέλουν να στοχαστούν πάνω στη δύναμη της κτήσης και τη σχετικότητα του τίτλου του κτήτορα.

Κυριακή, 26 Απρίλιος 2009

Ο Δαρβίνος στη Λογοτεχνία


Ό,τι πιο φρέσκο στις λογοτεχνικές σπουδές είναι η ενσωμάτωση της θεωρίας της εξέλιξης στην κατανόηση των κειμένων. Οι θεωρητικοί που ασπάζονται τον λογοτεχνικό δαρβινισμό αντλούν τις αρχές τους από το έργο
Η Προέλευση των Ειδών (1859), στο οποίο ο Δαρβίνος εντόπισε την καταγωγή του ανθρώπου σε ένα τριχωτό τετράποδο και μελέτησε τη συμπεριφορά του στο πλαίσιο της πανίδας του, δηλαδή ως ένα πρωτεύον θηλαστικό. Δεν υπάρχει ανθρώπινο χαρακτηριστικό που δεν απαντάται και σε άλλα πρωτεύοντα είδη, κατέληξε, αν και μόνο στον άνθρωπο κάποια χαρακτηριστικά έχουν εξελιχθεί και συνδυαστεί ώστε να δώσουν τις μοναδικές ικανότητες της ηθικής αίσθησης και γλωσσικής επικοινωνίας.

Οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας ισχυρίζονται πως τα κείμενα που αναγιγνώσκουμε, ως γλωσσικά προϊόντα και αυτά ενός εγκεφάλου που εξελίχθηκε σύμφωνα με τις περιγραφές του Δαρβίνου, λογικά αντανακλούν αυτά τα χαρακτηριστικά της εξέλιξης που ξεχωρίζουν, κυρίως δηλαδή τον αγώνα για επιβίωση και αναπαραγωγή. Δεν είναι άστοχος ο ισχυρισμός, αν αναλογιστούμε τα βιβλία της Τζέην Ώστιν, για παράδειγμα, που επικεντρώνονται διαρκώς στις περιπέτειες νέων γυναικών για αποκατάσταση, ή τις ταινίες του Χόλιγουντ, όπου άφθονο σεξ και βία κάνουν μπλοκμπάστερ στα ταμία. Ναι, μάλλον δεν υπάρχει επιτυχημένο σενάριο χωρίς μία δόση έρωτα ή πολέμου, και τα δύο κινητήριοι μοχλοί στη φύση, και οι σύγχρονες σπουδές λογοτεχνίας εξηγούν το γιατί. Ωστόσο, στη λογοτεχνία, όπως και στη ζωή, η εξέλιξη είναι τόσο σύνθετη που μας αναγκάζει να λαμβάνουμε υπόψη και ένα σωρό άλλες σχολές, όπως, τουλάχιστο, την ψυχανάλυση, τον μαρξισμό. Κάθε νέα θεωρία που εμφανίζεται δεν καθιστά παρωχημένες τις προηγούμενες. Μάλλον υπερτονίζει το ανεξάντλητο της ανθρώπινης σκέψης και διάνοιας.