Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Η Μνήμη


Άτιμο πράμα η μνήμη. Δεν γνωρίζουμε πού κατοικοεδρεύει στον εγκέφαλο, ούτε γιατί κάποια γεγονότα τα θυμόμαστε και άλλα όχι.

Ποιός ο μηχανισμός επιλογής των αναμνήσεων που θα διατηρήσουμε για καιρό; Ποιές οι πρώτες μας αναμνήσεις;

"Το σπίτι της γιαγιάς, πεθαμένη πλέον εδώ και μήνες, έχει μία μεγάλη σκάλα - ή μεγάλη φαινόταν στα μάτια μου, τότε που το ύψος μου ήταν κάτω από ένα μέτρο. Πέφτω από το πρώτο σκαλί, κατρακυλάω ως το τελευταίο και χτυπάω. Η μαμά μου τρομοκρατήθηκε. Φωνάζει".

"Είναι βράδυ στο παλιό μας διαμέρισμα. Μετακομίζω στο κρεβάτι του μπαμπά γιατί φοβάμαι. Αυτός με παίρνει αγκαλιά και μου λέει μία λυπητερή ιστορία για τον γκιώνη, το πουλί που κελαηδάει και ψάχνει τον χαμένο αδερφό του".

"Μου έφεραν δώρο ένα βιβλίο. Σε μία σελίδα απεικονίζονται οι διαφορετικές ηλικίες του ανθρώπου: ένα μωρό, ένας ενήλικας, ένας γέρος. Τί υπάρχει μετά; ρωτάω. Τίποτα, μου απαντάνε. Μετά πεθαίνουμε. Δεν ξέρω τί σημαίνει πεθαίνουμε. Το συνδέω με το τίποτα, που κάπως το καταλαβαίνω".

Αυτές είναι κάποιες από τις πρώτες αναμνήσεις που έχω. Δε χρειάζεται ανάλυση γιατί επιλέχτηκαν αυτές και όχι άλλες. Και οι τρεις τους έχουν κάτι πάρα μα πάρα πολύ κοινό.

Τώρα που το μωράκι μεγαλώνει, αναρωτιέμαι ποιες πρώτες αναμνήσεις θα διατηρήσει. Μάλλον δε θα θυμάται ποτέ το πρώτο βλέμμα που μου έριξε - που εγώ θα θυμάμαι για πάντα. Αλλά έτσι είναι η μνήμη. Άτιμο πράμα.

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

On Leave!


For some time...


...I will not be bringing up new issues...



...as I am bringing up my son.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Miles de Pasajeros - Χιλιάδες Επιβάτες

Τους άκουσα μόλις χτες, οπότε δικαιολογήστε το ποστ...



Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Pity


Ο Γουίλλιαμ Μπλέηκ γεννήθηκε το 1757 στο Λονδίνο, όπου και έζησε έως το 1827. Υπήρξε ρομαντικός ποιητής, που έμεινε γνωστός όμως όχι μόνο για τις μπαλάντες του αλλά και για τις ζωγραφικές του συνθέσεις. Μία από αυτές είναι και η ακόλουθη, με τον τίτλο Pity (Έλεος), η οποία ολοκληρώθηκε το 1795 και βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη της Tate Gallery στο Λονδίνο. Σε αυτήν, το άψυχο σώμα μίας γυναίκας κείτεται στο έδαφος, ενώ πάνω από αυτήν ίπτανται έφιππες άλλες δύο γυναίκες. Μία από αυτές κοιτά προς τα κάτω και κρατά ένα μικροσκοπικό παιδί. Το θέμα του πίνακα βασίζεται σε απόσπασμα σαιξπηρικού έργου, και συγκεκριμένα του «Μάκβεθ». Είναι το σημείο που ο ήρωας αναλογίζεται τις συνέπειες της δολοφονίας του Ντάνκαν (Ο στρατηγός Μάκβεθ όταν επέστρεψε νικητής από κάποιο πόλεμο συμβουλεύεται τρεις μάγισσες που του προλέγουν ότι θα γίνει Βασιλιάς. Παρακινούμενος τότε από την αχαλίνωτη φιλοδοξία του αλλά και από εκείνη της συζύγου του δολοφονεί τον φιλοξενούμενό του Βασιλιά Ντάνκαν και καταλαμβάνει το θρόνο της Σκωτίας). Λέει, λοιπόν, σε κάποιο σημείο ο ήρωας: «Το έλεος, σα νεογέννητο παιδί, βηματίζοντας στους ανέμους των ουράνιων χερουβείμ, πέρασε με άλογο…». Ο Μπλέηκ μετέτρεψε τους στίχους σε πίνακα – ut pictura poesis, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι Λατίνοι, ή αλλιώς «Ζωγραφική εστί σιγώσα ποίησις, ποίησις δε, φθεγγομένη ζωγραφία» κατά τον δικό μας, Λουκιανό. Το έργο του αντανακλά τη δική του, μυστική, θεώρηση του κόσμου, όπου φαντασία και πραγματικότητα μπλέκονται συνεχώς. Χάρη στα έργα του, ο Μπλέηκ ξεπέρασε τη φήμη του ως χαράκτης βιβλίων και έμεινε γνωστός κυρίως ως ποιητής. Πίστευε πάντα πως το πνεύμα είναι σημαντικότερο της ύλης, και πως ο αληθινός καλλιτέχνης είναι προφήτης, επειδή του έχει δοθεί θεϊκή κατανόηση του κόσμου. Αντιπροσωπευτικό του έργο που μπορείτε να αναζητήσετε στα ελληνικά είναι το Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης.

Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Post-modernity


Καμιά φορά σκέφτομαι πως, για το χάος που χαρακτηρίζει τον νεοελληνικό βίο, μπορεί να ευθύνεται, ανάμεσα σε άλλα, και η εξής κακή χρονική σύμπτωση: η Ελλάδα ζει, ταυτόχρονα, τις συνέπειες που διαμόρφωσαν το τοπίο της νεωτερικότητας στην Ευρώπη και τις αιτίες, παγκοσμίως, της μετανεωτερικότητας.

Νεωτερικότητα είναι η κατάσταση, χρονικά και κοινωνικά, στην οποία βρέθηκε το υποκείμενο μετά τον Διαφωτισμό. Διέθετε αυτονομία, αυτοδιάθεση, λόγο και πολιτική βούληση, αρετές που αναδεικνύονταν μέσα από την πάταξη του «άλλου» - αλλόδοξου, αλλόθρησκου, ετερόφυλου, αλλοεθνούς. Η νεωτερικότητα συμβάδισε με την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό της Ευρωπαϊκής σκέψης και πολιτικής, φτάνοντας εσχάτως μέχρι τη βία έναντι του «άλλου», πράξη που επιβεβαιώθηκε μέσα από τους δύο μεγάλους παγκοσμίους πολέμους, το πέρας των οποίων εγκαινίασε τη μετανεωτερικότητα.

Η μετανεωτερικότητα έχει σχέση όχι μόνο χρονική, αλλά πλέον και εναντιωματική με την προηγούμενη κατάσταση. Αντιπροσωπεύει την αλλαγή της ιεραρχίας και την εύνοια του «άλλου», καθώς μέσα από αυτόν επαναπροσδιορίζεται το υποκείμενο. Ο άνθρωπος, στις μετανεωτερικές κοινωνίες, σχετικοποιεί την αυτονομία και αυτοδιάθεσή του και αναγνωρίζει τα δικαιώματα του «άλλου». Παράγεται ένα πολυφωνικό, πολυ-πολιτισμικό περιβάλλον, στο οποίο το υποκείμενο συνδιαλέγεται επί ίσοις όροις με άλλα υποκείμενα.

Τι εννοούμε λοιπόν λέγοντας ότι η Ελλάδα βιώνει ταυτόχρονα δύο διαφορετικές καταστάσεις-χρονικές στιγμές; Η Ελλάδα βιώνει, όπως ειπώθηκε στον πρόλογο, τα αποτελέσματα της νεωτερικότητας, δηλαδή την εισαγωγή του «άλλου» στο πεδίο της σκέψης, της καθημερινότητας, της πολιτικής (βλέπε μετανάστες), και τις αιτίες της μετανεωτερικότητας, δηλαδή την υποχρέωση, παγκοσμίως, να περάσει από το στάδιο της σύγκρουσης στο στάδιο της ένταξης αυτού και της προσαρμογής.

Όταν τα μεγάλα αστικά κέντρα της Ευρώπης, Λονδίνο και Παρίσι, ήρθαν αντιμέτωπα στις αρχές του περασμένου αιώνα με την είσοδο ξένων – είτε εξόριστων, είτε μεταναστών από χώρες που υπήρξαν αποικίες της Δύσης, είτε προσφύγων πολέμων – η σύγκρουση ήταν τέτοια που τερμάτισε, προσωρινά, τη διαλεκτική σχέση του ατόμου με την κοινωνία και εγκαινίασε τις μαζικές εκδηλώσεις. Το άτομο, ως μονάδα, μπορεί να ήταν ηθελημένα απολιτίκ (apolitic), στάση που εκδηλωνόταν και στα έργα τέχνης του μοντερνισμού, τα οποία ήταν στοχευμένα προς την αισθητική, προς τη φόρμα, και όχι το περιεχόμενο. Ταυτόχρονα το ίδιο άτομο, ως μέρος μίας μάζας, μπορεί να συμμετείχε σε εκδηλώσεις ξενοφοβίας, με ακραία εκδήλωση τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, στα οποία δεν είναι τυχαίο ότι ενέδωσαν και αξιόλογοι καλλιτέχνες και στοχαστές του μοντερνισμού, όπως για παράδειγμα ο Έλιοτ και ο Πάουντ. Αυτή ήταν η συνέπεια της νεωτερικότητας: η είσοδος του «άλλου» και ο έλεγχος και περιορισμός του.

Η μετα-αποικιακή, μετανεωτερική, μεταπολεμική εποχή αναγκάζει πλέον τον άνθρωπο να δει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια του «άλλου», αναγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις του απέναντί του. Αναδεικνύει τον «άλλον» και τον πολιτισμό του, τη γλώσσα του, την κουλτούρα του, τη θρησκεία του και αναβιώνει την παράδοσή του παράγοντας έθνικ μουσική, ενδυμασία, κουζίνα, προωθώντας τους εξωτικούς προορισμούς στον τουρισμό και την εξωτική τέχνη. Αυτές είναι κάποιες από τις εκδηλώσεις της μετα-μοντέρνας εποχής, της εποχής που ξεπέρασε, ή τουλάχιστο έτσι ισχυρίζεται, τον φόβο για τον «άλλο» και ανακαλύπτει το παρελθόν της μέσα από αυτόν. Τα ίδια μεγάλα Ευρωπαϊκά αστικά κέντρα που κάποτε, εκατό χρόνια πριν, στιγμάτισαν τον «άλλον», έχουν σήμερα ενσωματώσει υγιώς, με κάποιες εξαιρέσεις ασφαλώς, τους ξένους τους στην κοινωνία τους.

Είναι σαφές ότι η Ελλάδα μόλις τώρα βιώνει τη νεωτερικότητα, γιατί το φαινόμενο εισροής μεταναστών είναι πολύ πρόσφατο στην ιστορία της. Άρα βρίσκεται στο στάδιο της σύγκρουσης και μη προσαρμογής. Το αστικό της τοπίο επίσης δεν έχει ολοκληρωθεί – ούτε κοινωνικά ούτε, σε πρακτικό επίπεδο, και πολεοδομικά. Δέχεται συνεχώς νέα στοιχεία που το καθιστούν κάθε στιγμή ανολοκλήρωτο, κακοφτιαγμένο, μισό. Ο μοντερνισμός, μία από τις εκδηλώσεις της νεωτερικότητας, ήταν φαινόμενο αστικό, της μεγάλης πόλης, της μητρόπολης, άρα η Ελλάδα δε μπορούσε να συμβαδίσει με το Λονδίνο και το Παρίσι το 1900. Και τι θα γίνει τώρα που, ενώ ταυτόχρονα ζει τη νεωτερικότητα, επιβάλλεται ταυτόχρονα να ακολουθήσει το μετανεωτερικό μοντέλο ζωής – δηλαδή την ανοχή του «άλλου», την ενσωμάτωσή του και την καλλιέργεια του πολυ-πολιτισμού; Πώς θα φιλοξενήσει, στις υπό συνεχή κατασκευή πόλεις της και στην πενιχρή οικονομία της, όχι μόνο τον «άλλον», αλλά τον εαυτό της και όλους τους άλλους;

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Constant Fear

Θα το μοιραστώ μαζί σας. Ελπίζω να μην έχετε επίμονους φόβους...


Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Παράδοση και Λογοτεχνία


Γράφει ο Σεφέρης για την παράδοση το 1974: «…το πράγμα που με βοήθησε, περισσότερο από κάθε άλλο, δεν ήταν οι αφηρημένοι στοχασμοί ενός διανοούμενου, αλλά η πίστη και η προσήλωσή μου σ’ έναν κόσμο ζωντανών και περασμένων ανθρώπων, στα έργα τους, στις φωνές τους, στο ρυθμό τους, στη δροσιά τους. Αυτός ο κόσμος, όλος μαζί, μου έδωσε το συναίσθημα πως δεν είμαι μια αδέσποτη μονάδα, ένα άχερο στ’ αλώνι. Μου έδωσε τη δύναμη να κρατηθώ ανάμεσα στους χαλασμούς που ήταν της μοίρας μου να ιδώ» (Δοκιμές, Εκδ. Ίκαρος, Αθήνα). Σήμερα, το 2008, ο κόσμος έχει δει περισσότερους εκπατρισμούς και μαζικές μεταναστεύσεις από όσες έζησε και είδε ο μεγάλος μας ποιητής. Και ενώ συνεχίζουμε να αφομοιώνουμε, σαν υγιής οργανισμός, όλες τις επιρροές του πολύ-πολιτισμικού μας περιβάλλοντος, το αίτημα για τη διατήρηση της παράδοσης προβάλλει εξίσου επιτακτικό.

Παράδοση σημαίνει μνήμη, σημαίνει ταυτότητα, σημαίνει νοηματική συνέχεια ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Ο σύγχρονος και παράλληλος στον βίο του Σεφέρη Αγγλο-Αμερικάνος ποιητής Θ. Σ. Έλιοτ δίνει, πολύ νωρίτερα, το 1917, το δικό του στίγμα για την παράδοση, που έμελλε να γίνει κοινή πεποίθηση μιας γενιάς μοντερνιστών: «Η παράδοση είναι θέμα πολύ ευρύτερης σημασίας. Δε μπορεί να κληρονομηθεί, και αν την επιθυμείς πρέπει να την αποκτήσεις με πολύ μεγάλο κόπο. Περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, την ιστορική αίσθηση, την οποία θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε σχεδόν απαραίτητη για οποιονδήποτε θα επέμενε να είναι ποιητής πέραν του εικοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του. Και η ιστορική αίσθηση περιλαμβάνει μία αντίληψη ότι το παρελθόν δεν είναι μόνο παρελθόν, αλλά και παρόν».
Ο σεβασμός στο παρελθόν και η ψηλάφησή του στο παρόν αποτελούν την παράδοση, της οποίας οι εκφάνσεις είναι ποικίλες. Η λογοτεχνική παράδοση αποτελεί το σύνολο των γραπτών κειμένων που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά, στα οποία αποθησαυρίζεται πρώτα η γλώσσα της κοινωνίας, ταυτόχρονα όμως και οι μύθοι της, η συλλογική της φαντασία, οι κοινωνικές της ανησυχίες και οι αισθητικές της αντιλήψεις. Ως τέτοια, η λογοτεχνία καθίσταται τόσο εργαλείο εκπαίδευσης της κοινωνίας όσο και καθρέφτης της. Το λογοτεχνικό κείμενο μπορεί να διδάξει τον αναγνώστη, να τον εξυψώσει από τον εαυτό του, όσο και να τον περιγράψει, να του δείξει τον εαυτό του και την κοινωνία του. Λέμε τελευταία πως στις μέρες μας συμβαίνει συχνότερα το δεύτερο, πως η λογοτεχνία υπόκειται σε εμπορικά κριτήρια, με αποτέλεσμα να αναπαράγει τηλεοπτικά θέματα προς τέρψιν, και όχι διδαχή, των αναγνωστών. Πάντα όμως γράφονται καλά βιβλία, και η εποχή ευνοεί την προσβασιμότητα σε αυτά, τώρα που το διαδίκτυο έχει γίνει από μόνο του μία πύλη σε διάφορες ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες. Και επειδή ζούμε στην εποχή της πληροφορίας, και κάθε πληροφορία είναι χρήσιμη, παραπέμπω τους αγγλομαθείς αναγνώστες σε δύο ιστοσελίδες πλούσιες σε κλασικά φιλοσοφικά και λογοτεχνικά κείμενα, διαθέσιμα ολόκληρα για εκτύπωση και ανάγνωση: www.marxists.org και www.gutenberg.org. Οι μη αγγλομαθείς παραπέμπονται στα βιβλιοπωλεία της χώρας!