Πέμπτη 17 Απριλίου 2008

Για Ένα Πουκάμισο Αδειανό, Για Έναν Συγγραφέα

Υπάρχει ένα βιβλίο που λέει πως, όταν θέλεις κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις.
Είναι ίσως η πιο κωμική ατάκα που ειπώθηκε ποτέ.
Ούτε καν τότε που οι άνθρωποι πίστευαν στις μαγικές δυνάμεις, είτε της φύσης είτε άλλων ανθρώπων, δεν τόλμησαν να αρθρώσουν μία τόσο βαρυσήμαντη πρόταση.
Την άρθρωσε όμως πριν είκοσι χρόνια ο Βραζιλιάνος συγγραφέας Πάουλο Κοέλιο και τη διάβασαν τουλάχιστον εξήντα πέντε εκατομμύρια άνθρωποι. Το κακό είναι πως κάποιοι, οι περισσότεροι, τον πίστεψαν κιόλας.
Πίστεψαν πως όταν θέλεις κάτι πραγματικά, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις. Έτσι απλά.
Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά τους μπορούσε κάλλιστα να γίνει πιο παθητική απέναντι στη ζωή, και, τολμώ να πω, λιγότερο υπεύθυνη.
Όταν επικαλείσαι μία ανώτερη τάξη, είτε το σύμπαν είτε τη θρησκεία είτε ο,τιδήποτε άλλο, κάθε φορά που στοχοθετείς την επόμενη κίνηση, ως άνθρωπος και ως κοινωνία, γίνεσαι όλο και περισσότερο ευθυνόφοβος.
Μία τέτοια, έστω και αφελής, έστω και καλοπροαίρετη, πίστη σε απροσδιόριστες αλχημείες που με συνωμοσίες θα καλύψουν τις ανθρώπινες επιθυμίες γεννά ανθρώπους εγκλωβισμένους στην απραξία ή απλά τη λογική της συνωμοσίας. Ο άνθρωπος είναι ανελεύθερος όταν διαιωνίζει τη γονική αγκαλιά προστασίας στην ενήλικη ζωή του, ανάγοντάς τη μάλιστα σε επίπεδο συμπαντικό. Καθαρός εγωκεντρισμός.
Όχι. Το βέβαιο είναι πως όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, πρέπει να υπολογίσεις ότι έχεις πιθανότητες τόσο να το αποκτήσεις όσο και να μην το αποκτήσεις. Στο απροσδιόριστο και χαοτικό σύμπαν που σήμερα γνωρίζουμε, οι διαθέσεις δεν γίνονται αντιληπτές, οι ανθρώπινες επιθυμίες δεν είναι αναγνώσιμες, και οι συνωμοσίες είναι οι μόνες σίγουρα απίθανες. Το σενάριο της συνωμοσίας προβλέπει μία συνείδηση που θα μπορεί να κάνει υποθέσεις και να σχεδιάζει. Όμως το σταθερά διαστελλόμενο σύμπαν μετά τη μεγάλη έκρηξη ακολούθησε απλά τους τέσσερις μεγάλους φυσικούς νόμους που το διέπουν, αγνοώντας πραγματικά αν αυτοί κάποια στιγμή παρήγαγαν ζωή, και δη σκεπτόμενη, και δη αλχημική. Και σίγουρα αυτό το σύμπαν δεν προήλθε από κάποια άλλη συνείδηση, παρά μόνο από ύλη.
Αναμφίβολα, ο Αλχημιστής διαβάζεται όχι με το λογικό των ανθρώπων, αλλά με το θυμικό τους. Χαϊδεύει τα αυτιά όσων απλά ονειρεύονται - αιώνιοι έφηβοι, άστοχοι πολιτικοί - παραγνωρίζοντας τους νόμους που διέπουν τη ζωή. Συντηρεί τον εγωισμό μίας τάξης που καλλιεργεί τη σημασία της εκπλήρωσης αφηρημένων ανθρώπινων επιθυμιών, αδιαφορώντας αν αυτές αντιτίθενται σε άλλες, πολύ υπαρκτές, συγκεκριμένες, χειροπιαστές, ανθρώπινες επιθυμίες. Υπάρχουν εξίμισο δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη. Είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει σήμερα πως το σύμπαν θα ασχοληθεί με μεμονωμένα προβλήματα; Εξαιρετικά εξωραϊσμένη, σχεδόν ποιητική, αντιμετώπιση μιας ζωής που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματική.
Αυτός είναι ο Κοέλιο που εγώ κατάλαβα. Λίγο πολύ επαναλαμβάνεται και στα υπόλοιπα βιβλία: εξαίρει τον συναισθηματισμό ως στάση ζωής, χωρίς να λάβει υπόψη του πόσο αυτός έχει θρέψει μία πλειάδα ανασφαλειών στους ανθρώπους, και αναδεικνύει μία ακαθόριστη "πίστη", η οποία καθόλου δεν είναι πίστη στον άνθρωπο, που θα ήταν και το ζητούμενο, αλλά στην υποτιθέμενη θέωσή του.
Αυτό είναι καθαρή μυθολογία, όχι λογοτεχνία, όχι φιλοσοφία. Είναι ανάγνωσμα αυστηρώς ακατάλληλο για όσους κάποια στιγμή ξεπέρασαν την εφηβεία και μπήκαν στην ενήλικη ζωή χωρίς ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας. Και που έμαθαν, τελείως πρακτικά, ορθολογιστικά, και συνετά, να παίρνουν τη ζωή, και όχι μαγικές πέτρες, στα χέρια τους.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Αγαπημένοι στίχοι

Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν...
ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ - Ελεύθεροι Πολιορκημένοι


Σε κοίταζα μ' όλο το φως και το σκοτάδι που έχω.
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΕΦΕΡΗ - Επί Σκηνής


Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο...
ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΤΣΟΥ - Αμοργός


Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε
ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ - Εαρινή Συμφωνία


Κύριε, μη μας πάρεις κι άλλο τις απώλειές μας. Δεν έχουμε πού αλλού να μείνουμε.
ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ - Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως


Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα, σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
ΜΑΡΙΑΣ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ - Οι Τρίλλιες που Σβήνουν


Δεν μπορώ να θέλω να είμαι τίποτα. Πέραν αυτού, έχω μέσα μου όλα τα όνειρα του κόσμου.
ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ - Κατάστημα Ψιλικών




Πέμπτη 10 Απριλίου 2008

Προς μία Απρόσωπη Λογοτεχνία



Ζούμε τη μεταμοντέρνα εποχή και συνεπώς αναρωτιόμαστε τί θα ακολουθήσει μετά. Υποψιαζόμαστε ότι δεν μπορεί να υπάρξει άλλο ένα μετά-, ειδάλλως η ιστορία θα καταλήξει παρωδία. Η επόμενη εποχή δεν έχει ίσως πώς να οριστεί, και ο λόγος είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας της σημερινής εποχής, η οποία, μετά από ένα πλήθος φιλοσοφικών, γλωσσολογικών και λοιπών επιστημονικών περιπετειών, βρέθηκε να χαρακτηρίζεται ως η εποχή του τέλους των μεγάλων αφηγήσεων. Το μεταμοντέρνο στη λογοτεχνία ήρθε ως ένα μεγάλο ωστικό κύμα κατάργησης του νοήματος, ένα κύμα που μεγάλωσε στις ακτές του Μοντερνισμού, της προηγούμενης, και τελευταίας μάλλον, εποχής ύπαρξης μίας αισθητικής αντίληψης στοχευμένης προς το νόημα. Με την επέλαση της μεταμοντέρνας εποχής, το νόημα σχεδόν καταργήθηκε και το παράλογο θριαμβολόγησε.

Έχοντας εξίσου σαφή χαρακτήρα όπως κάθε άλλη εποχή, η μεταμοντέρνα εποχή στη λογοτεχνία έγινε αναγνωρίσιμη μέσα από τα σημεία της-συμπτώματα της κρίσης του νοήματος στον πολιτισμό συνολικά. Έπαιξε με την αυτοαναφορικότητα: Το έργο τέχνης μιλάει για τον εαυτό του πρώτα, και ίσως συνολικά. Το έργο μιλάει για τη δημιουργία του, για τον τρόπο που έγινε, ως φόρμα και ως ιδέα. Με συνείδηση ισχυρή, ομοιάζουσα την καταλυτική γνώση του ανθρώπου για τη θέση του στο σύμπαν, το έργο τέχνης ξέρει ότι είναι φτιαχτό και αρκείται με αυτό. Δεν εποφθαλμιά τη γένεση - ιδεών, πρωτότυπων γραμμών ή θεωριών. Ζούμε στην εποχή όπου όλα έχουν ειπωθεί και απομυθοποιηθεί, όπου η θρησκεία εξηγείται σε φυσικές, κοσμικές διαστάσεις και η μεταφυσική αποδομείται στα εξ ων συνετέθη.

Δεν υπάρχει παρθενογένεση στη μεταμοντέρνα εποχή. Μόνο επανάληψη και αποδόμηση των προγενέστερων κειμένων. Εύλογα η λογοτεχνία της εποχής έχει χαρακτηριστεί ως λογοτεχνία της εξάντλησης. Δεν υπάρχει επίσης μία φιγούρα ισχυρή σαν του συγγραφέα ή έστω του αναγνώστη. Και οι δύο υπόκεινται στις διαθέσεις και πλανερές προθέσεις του κειμένου που ανάγεται σε αυταξία, σχεδόν σε υπεραξία, ομοιάζον, αυτή τη φορά, άλλο ένα καταναλωτικό αγαθό, λαμπερό και ακριβό, απρόσιτο και γι'αυτό επιθυμητό. Την εποχή του υπερκαταναλωτισμού, της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, το λογοτεχνικό κείμενο υπόκειται σε μία πρωτοφανή αξιολόγηση με κριτήρια πρώτα εμπορικά και έπειτα λογοτεχνικά. Καλώς ή κακώς, η μεταμοντέρνα εποχή του τέλους της αυθεντίας επέτρεψε σε πολλούς επιμέρους γνώστες, μα όχι αυθεντίες, να καρπωθούν την αίγλη της θέσης που παραμένει κενή: αυτής του συγγραφέα.

Η διάθεση απομάκρυνσης του συγγραφέα από το προσκήνιο για χάρη του κειμένου ξεκίνησε την εποχή του Μοντερνισμού, όταν ο Σεφέρης μιλούσε για απόσβεση του ποιητικού εγώ κατά τη διαδικασία παραγωγής του έργου και ο Θ. Σ. Έλιοτ για τη φυγή της συγγραφικής προσωπικότητας από κάθε ποίημα. Ενώ αυτά τα σχήματα λειτούργησαν ενθαρρυντικά προς τη δημιουργία της κοσμοπολίτικης ποίησης του Μοντερνισμού, είχαν μακροπρόθεσμα βλαβερές συνέπειες: ο συγγραφέας επέστρεψε αποδυναμωμένος, έχοντας χάσει επεισόδια και μη έχοντας μνήμες ικανές να διηγηθεί μεγάλα έπη σαν αυτά που διέγειραν τους καλλιτέχνες στο διάστημα του μεσοπολέμου στην Ευρώπη. Αναπόφευκτα, η σημερινή εποχή είναι καταδικασμένη να ζει μία ευμάρεια που της στερεί την στέρηση εκείνη, απαραίτητη στον άνθρωπο, προκειμένου να επιθυμήσει και εμπνευστεί το κάτι παραπάνω. Απευχόμαστε ασφαλώς τον πόλεμο και τα παραλειπόμενά του, μα στην προσπάθειά μας να αποφύγουμε συνολικά κάθε τί που αντιτίθεται στην αρχή της ηδονής, όπως μας τη δίδαξε η ψυχανάλυση, καλωσορίσαμε τη φυγοπονία ως νεωτερική στάση ζωής. Όσοι δεν κατάφεραν να συμφιλιωθούν με αυτό το σχήμα βρέθηκαν εγκλωβισμένοι, για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλο βαθμό πάλι στη δική μας εποχή, σε τεχνητούς πόνους και εθισμούς, σε ουσίες και φάρμακα, πιστεύοντας πως έτσι εξισώνονται με κάτι άλλο από αυτό που είναι. Όταν ζεις την εποχή του μετά-, δεν ξέρεις πώς να οριστείς. Ελάχιστα ξέρεις ποιός είσαι. Προστρέχεις στην ψυχανάλυση. Μετά από δύο μεγάλους πολέμους, συμπαντικές διαστολές και τεχνολογικές εκπλήξεις που αποδυναμώνουν τον άνθρωπο και εξυψώνουν την επόμενη κάθε φορά συσκευή, το παρόν γίνεται ασήμαντο, και το εγώ, που δυστυχώς μόνο στο παρόν ζει, ζητάει την εκδίκησή του ίσως και με άκομψους, τρομοκρατικούς, τρομολάγνους τρόπους. Άκρως εγωιστικούς, εγωκεντρικούς και επιδειξιομανείς.

Αυτός είναι ο σημερινός άνθρωπος. Ο σημερινός συγγραφέας, αντίστοιχα, επέστρεψε ως μεταμοντέρνο υποκείμενο, υποκείμενος σε κοινωνικά και πολιτικά σχήματα ικανοποίησης άλλων υποκειμένων, άλλων "εγώ". Η λογοτεχνία είναι άλλο ένα αγαθό προς πώληση και όχι πάντα προς αφύπνιση. Προς αποφυγήν κάθε διδακτικού ύφους, να ξεκαθαρίσω πως ό,τι ειπώθηκε δεν ήταν μία καταδίκη της σημερινής εποχής, αλλά μία περιγραφή της. Το μεταμοντέρνο μας έκανε σίγουρα πιο υποψιασμένους αναγνώστες και, ελπίζω, πολίτες. Μας χάρισε το άρωμα της προσωπικής κρίσης και ελεύθερης ανάγνωσης από μία πληθώρα διαφορετικών ειδών βιβλίων, και αυτό φαίνεται δημοκρατικό. Ως υποψιασμένη αναγνώστρια όμως και, ελπίζω, πολίτης του κόσμου και όχι μόνο της Ελλάδας, αμφιβάλλω αν η τάση ισοπέδωσης που επικρατεί, καλυμμένη πίσω από τη θεωρία του τέλους της ιστορίας και του νοήματος, δεν είναι μία προσπάθεια ανάδειξης τελικά μίας συγκεκριμένης πολιτικής, καταναλωτικής και εν τέλει αναγνωστικής γραμμής, ταυτιζόμενης κάθε φορά με την κυρίαρχη κουλτούρα. Ελάχιστα με γοητεύει λοιπόν η μεταμοντέρνα εποχή, αν κατάργησε το νόημα γιατί έτσι συνέφερε τη Δύση και τις αυτοκρατορίες της, την Αμερική και τα αγαθά της, που τώρα φαίνονται πιο επιβλητικά, γιατί τίποτα άλλο δε δύναται να υπάρξει. Τέτοια φυγοπονία δεν την έχει ανάγκη η τέχνη. Αιώνες τώρα, η τέχνη βγαίνει από τον πόνο του ανθρώπου, ή έστω την αγωνία του να αναπαραστήσει ή καταλάβει τον κόσμο. Ας μην επιτρέψουμε τη διάδοση αναπαραστάσεων ανθρώπων που μεγάλωσαν χωρίς να καταλάβουν τον κόσμο. Αυτή είναι η δυσαρέσκειά μου από τη μεταμοντέρνα εποχή: δεν ενδιαφέρει ποιός γράφει, ή τί γράφει, αλλά αρκεί να είναι ενδιαφέρον στους καταναλωτές το παραγόμενο αγαθό.

Δε θα απορρίψουμε συλλήβδην τη μεταμοντέρνα εποχή για κανέναν λόγο. Έχω την πεποίθηση πως κάθε αλλαγή συνέβη για το καλύτερο και αποτελεί ένα σύνολο εκφράσεων που περιγράφουν την παρούσα κατάσταση. Ο σημερινός αναγνώστης και συγγραφέας είναι δέσμιος και αυτός της εικόνας, του ειδώλου, της οθόνης, των εκπεμπομένων μηνυμάτων, του φαίνεσθαι και του μη είναι μιάς ολόκληρης γενιάς. Είμαστε αυτός ο άνθρωπος που κινδυνεύει, για ένα σωρό λόγους που ήρθαν από έξω του αλλά τον βόλεψαν και μέσα του, να πάψει να σκέφτεται. Και επειδή πολύ πριν το πει ο Καρτέσιος υπήρχαμε γιατί σκεφτόμασταν, ας μην εξωραϊσουμε τη μη σκέψη, γιατί αυτή σημαίνει ανυπαρξία. Η σκέψη πρέπει να παραμείνει δική μας ως το τέλος, ελεύθερη από τους καταναγκασμούς που επιβάλλει κάθε κοινωνικό, πολιτικό ή τρέχον λογοτεχνικό σχήμα.

Η ελέυθερη σκέψη θα έρθει να παράξει την απρόσωπη λογοτεχνία που προσωπικά θεωρώ επιβεβλημένη γιατί μπορεί να γίνει καθολική. Literatura Universalis είναι η λογοτεχνία που δε μιλάει για το εγώ, αλλά για όλους, που περισσότερο από το συναίσθημα την αφορά η ιδέα, η γνώση, και η έμπνευση που οδηγεί σε αλλαγή. Είναι απρόσωπη, γιατί δεν αφορά τον συγγραφέα της, κι ας έχει δανειστεί το ηχόχρωμα της καταγωγής του. Αφορά τον κόσμο όλο, γεωγραφικά και ανθρωπολογικά. Δεν αντιπαραθέτει, συγκρίνει. Ο άνθρωπος έχει παντού τις ίδιες αγωνίες, την ίδια αρχή και το ίδιο τέλος. Έστω και αυτές οι τρεις ομοιότητες, η γέννηση, ο θάνατος, και στη μέση η ζωή, αρκούν να καλύψουν τις υποτιθέμενες αγεφύρωτες διαφορές. Οι ομοιότητες είναι περισσότερες ανάμεσα στους ανθρώπους από τις διαφορές τους, τις οποίες τόσο εξύμνησε ο μεταμοντερνισμός, θέλοντας να αποκαταστήσει τη φήμη εθνοτήτων και μειονοτήτων στις οποίες οι ίδιες οι μεταμοντέρνες αυτοκρατορίες επιτέθηκαν πολιτικά και πολεμικά. Πάνω από όλα και πάντα είναι ο άνθρωπος, ως είδος που ακόμη καταλαβαίνει τον κόσμο και τον εαυτό του. Φοβάμαι πως σε αυτή τη ζωή ο χρόνος που έχουμε ίσα που φτάνει για να καταλάβουμε λίγο και από τα δύο. Επιζητώ λοιπόν τη λογοτεχνία που γράφεται από ανθρώπους που έχουν κατανοήσει τη στενότητα του χρόνου και την ασημαντότητα όλων των ζητημάτων που η μάζα σήμερα θεωρεί σημαντικά. Αν υπάρξει άνθρωπος σε χίλια χρόνια από σήμερα, κι αν μπορεί να μας διαβάζει, θα πρέπει να διαβάσει κάτι που να τον αφορά και αυτόν: τη ζωή, τον άνθρωπο, ως φαινόμενα που πάντα θα γοητεύουν. Από μόνα τους αυτά, ως θέματα, είναι καθολικά, απρόσωπα, και διαχρονικά. Και περιγράφονται καλύτερα όταν η φιλοσοφία γίνεται λογοτεχνία και η ελεύθερη σκέψη αναπαράσταση.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

Διήγημα


Αντίπαρος

Τα διαστημικά σκάφη με τα επτά μέλη, όσες και οι, κάποτε, μέρες της δημιουργίας, προσγειώθηκαν στο ενεργειακότερο σημείο της περιοχής ευθύνης τους. Είχαν λάβει σαφείς πληροφορίες από τον κυβερνήτη πως, σ’ αυτόν τον πλανήτη, ο πληθυσμός το επετειακό, συμμετρικό και στρογγυλό έτος 2200 θα είναι μηδενικός. Μηδέν, ή αλλιώς μία καμπύλη που απαλείφει τέλεια αυτό που ξεκίνησε πεντακόσια περίπου εκατομμύρια χρόνια πριν: την μεγαλειώδη, κατά τη θεολογία, γοητευτική, κατά την κοσμολογία, και βασανιστική, για τη φιλοσοφία, εμφάνιση της ζωής.

Αναμφίβολα υπήρξε μεγαλειώδης και γοητευτική, ακόμη και ιδωμένη από έναν εντελώς εξωτερικό παρατηρητή. Με υπεύθυνο αποστολής τον Σαν, τα επτά μέλη βρίσκονταν στο κέντρο του νησιωτικού συμπλέγματος των Κυκλάδων που κάποτε μύριζε ζωή, αν δεχτούμε πως η ζωή έχει τη δική της μυρωδιά. Μη έχοντας μνήμες, όμως, με τις οποίες να την συνδέσει, ο Σαν και οι υπόλοιποι έπρεπε να μεταχειριστούν την παρθένα και πολυτροπική τους όραση για να επιβεβαιώσουν, από τα αγάλματα της Δήλου, τη μορφή του Ανθρώπου από κοντά. Εννέα λεπτά αργότερα, όσα και οι πλανήτες του ηλιακού συστήματος, είχαν ήδη μοιράσει μεταξύ τους τις νησιωτικές χώρες που θα επισκέπτονταν άμεσα προκειμένου να επαληθεύσουν το μηδέν. Η όλη αποστολή δεν έπρεπε να διαρκέσει περισσότερο από μία Γήινη ημέρα. Ο Σαν, μόνος πάνω στο σκάφος, άκουγε τη φωνή του κυβερνήτη, του ίδιου του Goddth, να αναπαράγει, κάθε φορά που προσγειωνόταν σε κάποια περιοχή στη Γη, την ιστορία του τέλους της ζωής και να του δίνει, ανάλογα με την γεωγραφία του τόπου, σημεία-κλειδιά στα οποία θα έπρεπε να κινηθεί για να επιβεβαιώσει, όπως ειπώθηκε, το τέλος. Ένα τέλος το οποίο, ακόμη και ιδωμένο από έναν εντελώς εξωτερικό παρατηρητή, υπήρξε ταυτόχρονα λυτρωτικό και βασανιστικό.

Στις καλώς ευνομούμενες και δημοκρατικές χώρες της Γης, αυτές που, αναγκαστικά, διοικούσαν και τα λιγότερο ευνοημένα οικονομικά κράτη, αποφασίστηκε, ήδη στις αρχές του εικοστού δεύτερου αιώνα, το τέλος του. Έτσι ο Homo Sapiens θα αποδείκνυε πόσο προνοητικός και διορατικός έχει υπάρξει στη διάρκεια της εξέλιξης και πόσο πραγματικά της έχει επιβληθεί. Μόνο που τώρα αντέστρεφε αυτήν του τη φύση για χάρη του είδους πάλι, με μία πολιτική που θα αποτελούσε φιλοσοφικό παράδοξο. Η αποστολή ονομάστηκε στη διεθνή γλώσσα της εποχής Aphanisis και αποτελούσε κορωνίδα της ελεύθερης βούλησης του Ανθρώπου: να κηρύξει αυτός το τέλος της εξέλιξης ελεύθερα και δικαιωματικά. Όχι χωρίς λόγο ασφαλώς. Η Aphanisis προκλήθηκε από πέντε Αδιέξοδα, όσες και οι, κάποτε, όμορφες ήπειροι της Γης. Ο Σαν δεν ήξερε, δεν ένιωθε, δεν μπορούσε να συμπάσχει αλλά προσπάθησε ψυχρά και μαθηματικά να καταλάβει. Αδιέξοδο #1: Το νερό τελειώνει. Αδιέξοδο #2: Οι 7.211.899.506 Άνθρωποι δεν χωράνε στον πλανήτη. Αδιέξοδο #3: Οι 7.211.899.506 διατηρούν άλυτες οικονομικές και θρησκευτικές διαφορές με αποτέλεσμα, ούτως ή άλλως, να αλληλοεξοντώνονται. Αδιέξοδο #4: Οι 7.211.899.506 πεθαίνουν από ανθεκτικούς, καταστροφικούς και ζοφερούς αστικούς ιούς. Αδιέξοδο #5 (και να σημειωθεί πως, στην πλειοψηφία τους, οι Άνθρωποι θεώρησαν πως, αν και όχι χειροπιαστό, επαληθεύσιμο και συγκεκριμένο όπως τα άλλα επιχειρήματα-αδιέξοδα, αυτό θα μπορούσε να μπει πρώτο στην σειρά): η ζωή ποτέ δεν είχε και ούτε θα αποκτήσει νόημα.

Αυτά αναπαρήγαγε η φωνή του Goddth και εγένετο Γήινο σκοτάδι όταν ο Σαν, μετά την Πάρο, το Δεσποτικό και την Στρογγυλή – τα δύο τελευταία νησιά ακατοίκητα ήδη από Ανθρωπίνων χρόνων και ομοιάζοντα στο σχήμα τους το ολοστρόγγυλο μηδέν - είδε τί σημαίνει να νυχτώνει στην Αντίπαρο. Και ο Σαν θεώρησε πως αυτό ήταν ωραίο. Και στιγμιαία, όσο διαρκεί μία Γήινη στιγμή, μπορεί και να βίωσε, όπως κάποτε οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη, την Λύπη. Ναι, δεν υπήρχαν Άνθρωποι, τα τεχνητά φώτα του πολιτισμού και οι φωνές τους, αλλά τα κύματα έσκαγαν ακόμη στην αμμουδιά, τα αστέρια έχυναν γενναιόδωρα το φως ανάμεσα στους έρημους και σκονισμένους δρόμους και μία κοσμική ησυχία, ως φόρος τιμής στην Γη, αραιωνόταν στην άτακτη βλάστηση του τοπίου και στα εγκαταλειμμένα, σα μουσεία, Ανθρώπινα σπίτια. Ο Σαν έλαβε τις συντεταγμένες του από τη μηχανή του σκάφους και την οδηγία να μετακινηθεί στα νοτιοανατολικά του νησιού όπου έχει διαπιστωθεί κάπως πιο έντονη θερμική δραστηριότητα, στην περιοχή Σπήλαιο.

Ο σχεδιασμός της Aphanisis δεν ολοκληρώθηκε χωρίς αντιδράσεις. Αυτοί που πλήττονταν ήδη από τα τέσσερα μεγάλα Αδιέξοδα είπαν πως την περίμεναν να συμβεί αναπόδραστα σε ατομικό επίπεδο, απλά ποτέ δεν περίμεναν πως θα μπορούσε να εφαρμοστεί συλλογικά. Αυτοί που πλήττονταν σοβαρά από το τελευταίο Αδιέξοδο είπαν πως ήταν μία μεγαλόπρεπη και γενναία Ανθρώπινη λύση. Πολλοί αντέδρασαν όμως, αν και είχαν αγαπημένους που πλήττονταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Και αντέδρασαν στο όνομα κάποιας πίστης και ιδεολογίας. Μόνο που και η Aphanisis, εξ ου και το παράδοξο του χαρακτήρα της, στο όνομα του Ανθρώπου έγινε, από αυτόν και για αυτόν, για να μην αποφασίσει Άλλος για αυτόν. Το τέλος των Αδιεξόδων ήταν λύση εφικτή. Η εξέλιξη σταμάτησε με υποχρεωτικές μαζικές στειρώσεις του πληθυσμού και των βρεφών που κυοφορούνταν, εφαρμόζοντας λεπτές αμνιοπαρακεντικές επεμβάσεις, έτσι ώστε σε εκατό το πολύ χρόνια να μην υπάρχει Χρόνος. Αναπόφευκτα προκλήθηκε πόνος και ερωτηματικά αν έπρατταν το σωστό. Το Αδιέξοδο #5 όμως, χιλιάδες χρόνια τώρα, ακόμα και αν τα προηγούμενα τέσσερα επιλύονταν, δε μπορούσε να λυθεί. Και προκαλούσε φόβο, απόγνωση, θλίψη, ψυχικές ασθένειες. Και αυτό σίγουρα δεν ήταν σωστό και δεν άξιζε σε κανέναν Άνθρωπο.

Άλφα, όπως Αντίπαρος, όπως αφάνιση, όπως αδιέξοδο, όπως Άνθρωπος, όπως αρχή. Το άλφα και το ωμέγα ήταν κάποτε η ζωή, τώρα η Γη είχε μόνο το ωραίο ωμέγα, το τέλος. Έξω από το Σπήλαιο της Αντιπάρου, τον τελευταίο σταθμό της Γήινης ημέρας προτού ο Σαν φύγει για άλλες χώρες, η θερμική δραστηριότητα ήταν όντως έντονη. Ο Goddth αναπαρήγαγε τις τελευταίες οδηγίες, που ήταν και εν συντομία ο σκοπός της συνολικής τους αποστολής: βεβαιωθείτε ότι ο Άνθρωπος είναι νεκρός. Δεν το έλεγε με καμία εχθρική διάθεση, είχε παρατηρήσει όμως από μακριά την Ιστορία και ήθελε να καταγράψει το τέλος της. Είχε υπολογίσει πως μπορεί και να ήταν διαφορετικό.

Η είσοδος του Σπηλαίου ήταν ερμητικά κλειστή με βράχους που μόνο χάρη στην ενέργεια του Goddth σε συνεργασία με τον Σαν μπορούσαν να μετακινηθούν. Μετακινήθηκαν. Στο σκοτάδι της νύχτας προστέθηκε το σκοτάδι του Σπηλαίου. Ο Goddth έριξε προβολείς και εγένετο φως, άπλετο, εκτυφλωτικό, καθαρό. Ο Σαν ήταν εκεί που όλα τα Ανθρώπινα είχαν αρχίσει χιλιάδες χρόνια πριν, στο Σπήλαιο, και μια μικρή έκρηξη σκέψεων διαπέρασε τον εγκέφαλό του. Παντού χαραγμένα σύμβολα και γράμματα, παραστάσεις που δείχνουν ότι τίποτα δεν αλλάζει στην ουσία. Ναι, τίποτα. Σαν το μηδέν. Το ένστικτο του θανάτου είναι ισχυρό στον Άνθρωπο και διέπεται από την αρχή της καταστροφής. Aphanisis. Το ένστικτο ζωής είναι ισχυρό στον Άνθρωπο και διέπεται από την αρχή της Δημιουργίας. Η γένεση. Διακόσια μέτρα κάτω από τον Goddth τριάντα ζευγάρια Ανθρώπινα μάτια, όσες και οι Γήινες νύχτες του Σεπτέμβρη που έφτανε στο τέλος του, ύψωσαν το βλέμμα προς τα πάνω και αντίκρυσαν, τρεμάμενα αλλά αποφασισμένα, τα μάτια του Σαν. Ο Σαν έβγαλε μία μη Γήινη πνοή. Οι Άνθρωποι του Σπηλαίου θα έπιαναν, σε πείσμα και λάθρα, βρώμικοι και κουρελιασμένοι, την εξέλιξη από την αρχή.

Δαλαμήτρου Μαρία
ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΚΟΖΑΝΗΣ "Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ"-ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2007