Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Αγαμέμνων


Με τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου έκλεισε το Σάββατο, 23 Αυγούστου, το φετινό φεστιβάλ της Επιδαύρου. Είναι το πρώτο μέρος της τριλογίας του αρχαίου ποιητή με τον τίτλο Ορέστεια – τα άλλα δύο έργα είναι οι «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες».

Στον «Αγαμέμνονα» περιγράφεται η επιστροφή του πορθητή της Τροίας στο σπίτι του και η δολοφονία του από τη σύζυγό του, Κλυταιμνήστρα, και τον εραστή της, Αίγισθο, μία δολοφονία που δικαιώνει το μύθο της κατάρας των Ατρειδών. Η κατάρα έχει ως εξής:

Την πόλη των Μυκηνών ίδρυσε ο Περσέας. Μετά τη δυναστεία των Περσειδών, άκμασαν οι Πελοπίδες, οι οποίοι ήταν ξακουστοί για την ισχύ τους και έκαναν τις Μυκήνες πόλη «πολύχρυσον», όπως αναφέρει και ο Όμηρος. Δύο από τους γιους του Πέλοπα ήταν ο Ατρέας και ο Θυέστης. Αντιδικίες για τον θρόνο οδήγησαν τον Ατρέα να σκοτώσει τα παιδιά του Θυέστη και να του τα προσφέρει ως δείπνο. Όταν ο δεύτερος αντιλήφθηκε τη συμφορά, ορκίστηκε εκδίκηση. Την πραγματοποίησε λίγα χρόνια μετά, όταν ο γιος του, Αίγισθος, πλεύρισε τη γυναίκα του γιου του Ατρέα, Αγαμέμνονα, και σκότωσαν αυτόν στην επιστροφή του από την Τροία. Ο Αίγισθος πήρε πίσω το αίμα των αδερφών του και η Κλυταιμνήστρα της κόρης της, Ιφιγένειας, την οποία ο ίδιος της πατέρας, ο Αγαμέμνονας, είχε θυσιάσει ώστε να εξασφαλίσει ούριους ανέμους στην εκστρατεία του.

Οι δράστες είναι φορείς μίας κατάρας που πρέπει να εκπληρωθεί, σύμφωνα με την ερμηνεία των θνητών. Υποστηρίζουν πως εκτελούν θεϊκές προσταγές πράττοντας τον φόνο. Στο όνομα της κατάρας των Ατρειδών ο Αγαμέμνονας ερμήνευσε λάθος τον χρησμό της θεάς Αρτέμιδος και θυσίασε την κόρη του, γεγονός που πληρώνει με τον δικό του φόνο στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, αφήνοντας τον θρόνο στην Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο, και χώρο στον Ορέστη για να εκδικηθεί με τη σειρά του τον χαμό του πατέρα του.

Αν και οι θεοί είναι απανταχού παρόντες στα έργα του Αισχύλου, το ζήτημα που φαίνεται περισσότερο να τίθεται είναι πως αυτοί εξυπηρετούν ως άλλοθι για τις ενέργειες των θνητών, οι οποίοι, φοβούμενοι την ελεύθερη βούληση, κατασκεύασαν θεϊκές επιταγές που είναι εξ ονόματος αδύνατον να τις παραβούν. Συγκινητικότερος όλων είναι μάλλον ο χορός των Γερόντων που δε μπόρεσαν να πολεμήσουν στην Τροία και περίμεναν πίσω, στο παλάτι των Μυκηνών, τέσσερα πράγματα: το χαρμόσυνο μήνυμα της άλωσης της Τροίας, την επιστροφή του Αγαμέμνονα, τη θλιβερή εκπλήρωση της κατάρας και τον δικό τους θάνατο.

Η παράσταση «Αγαμέμνων» δόθηκε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ήταν θαμμένο ως τον 19ο αιώνα, οπότε και ξεκίνησαν ανασκαφές από τον Έλληνα αρχαιολόγο Παναγιώτη Καββαδία. Σήμερα, στον ίδιο εξαιρετικά προσεγμένο και ευρωπαϊκής αισθητικής χώρο – καθόλου σκουπίδια, πολύ πράσινο – βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου, που φιλοξενεί τα ευρήματα του Καββαδία, και το Μουσείο Κοστουμιών του φεστιβάλ. Τον αρχαιολογικό χώρο της Επιδαύρου ορίζει περιμετρικά του θεάτρου το Ασκληπιείο, αφιερωμένο στον θεράποντα θεό.

Σε κοντινή απόσταση από την Επίδαυρο βρίσκεται η κωμόπολη των Μυκηνών με τον ομώνυμο αρχαιολογικό χώρο, δηλαδή την ακρόπολη των Μυκηνών, το αρχαιολογικό μουσείο και το Θησαυρό του Ατρέα, τον περίφημο θολωτό τάφο των Μυκηνών. Το τοπίο είναι δωρικό και απέριττο. Από τα πρώην ανάκτορα, στην κορυφή του λόφου της πάλαι χρυσής πόλης, φαίνεται ο αργολικός κάμπος ως τη θάλασσα, ως εκεί που άλλοτε, οι άνθρωποι του παλατιού, θα περίμεναν το καράβι να φανεί και να φέρει το μήνυμα της νίκης.

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Literature and Evolution


Ας επιχειρήσουμε μία σύγκριση. Μπορεί ο Μοντερνισμός να θεωρηθεί το σημείο ακμής της λογοτεχνίας; Αν ναι, τότε, στη γλώσσα της βιολογίας, ο Μοντερνισμός είναι ο Homo Sapiens της λογοτεχνικής εξέλιξης, εξέλιξη που πιστοποιείται από τα εξής.

Το μοντέρνο έργο είναι αυτοαναφορικό. Έχει επίγνωση του εαυτού του και ελάχιστη ανάγκη για κάποιον δημιουργό ή συγγραφέα έξω από αυτό. Είναι αυτάρκες και πλήρες. Το κείμενο που απαρτίζει το μοντέρνο έργο είναι κυρίως γλώσσα για χάρη της γλώσσας. Το μοντέρνο κείμενο χειρίζεται τη γλώσσα όπως ο Homo Sapiens, γνωρίζει ότι αυτή είναι το μέσο ύπαρξής του και φυσικής πραγμάτωσής του. Όχι απλά η γλώσσα όμως, ως κάποια αναλλοίωτη σταθερή αξία, αλλά το σημαίνον, το γλωσσικό σημείο που παράγει το νόημα δίπλα σε ή σε αντίθεση με άλλα γλωσσικά σημεία. Η γλώσσα, στον Μοντερνισμό, αναγνωρίζει τη σημασία της διαφοροποίησης των σημαινόντων μεταξύ τους, αναγνωρίζει γενικά την αρχή της διαφοροποίησης στη σύνταξη ως συνθήκη ικανή και αναγκαία για την παραγωγή του νοήματος και πειραματίζεται με αυτή τη συνθήκη.

Η μοντέρνα γλωσσολογία, η μοντέρνα ποίηση και πεζογραφία εγκαινιάζουν τη σχάση του γλωσσικού σημείου σε δύο οντότητες, το σημαίνον και το σημαινόμενο, δηλαδή ήχο και σημασία, μορφή και περιεχόμενο. Η σχάση αυτή πυροδότησε την ατομική εποχή στον μοντερνισμό, ή αλλιώς την εποχή όπου κάθε υποκείμενο εξάγει διαφορετικό νόημα από το έργο τέχνης από ένα άλλο υποκείμενο. Οι αναλύσεις πλήθηναν και οι σημασίες πολλαπλασιάστηκαν. Στην ίδια εποχή στην οποία αποδείχτηκε πως το σύμπαν διαστέλλεται, διαμορφώθηκε η θεωρία της λογοτεχνίας ως κλάδος ελαφρώς ελευθεριάζων ως προς τις ερμηνείες των έργων τέχνης, που μπορεί να είναι πολλές και ταυτόχρονα όλες δυνατές. Ο Μοντερνισμός υπήρξε αυτή η στιγμή της συνειδητοποίησης πως η γλώσσα μιλάει για τη γλώσσα, πως το σύμπαν γνωρίζει τον εαυτό του μέσα από τον άνθρωπο ως το απώτατο, μακροκοσμικά και εξελικτικά, αυτοαναφορικό σύστημα.

Για τον Carl Sagan, ο άνθρωπος είναι το μέσο με το οποίο το σύμπαν κατανοεί τον εαυτό του. Αντίστοιχα, θα λέγαμε, ο Μοντερνισμός υπήρξε το μέσο με το οποίο η λογοτεχνία κατανόησε το δικό της εαυτό. Ο Μοντερνισμός προέκυψε σε μία εποχή σημαντικών τεχνολογικών και επιστημονικών ανακαλύψεων, όντας ταυτόχρονα αποτέλεσμα και σύμπτωμα αυτών, και στο πέρασμά του μοιράστηκε με το σύμπαν το πεπρωμένο που του επιφύλασσε η μεγάλη έκρηξη: φαίνεται δυσνόητος (βλέπε τα έργα του Τζέημς Τζόυς), πληθωρικός στις εκφάνσεις του και «ογκώδης», τουλάχιστο ακαδημαϊκά. Πράγματι, ο Μοντερνισμός στη λογοτεχνία εισήγαγε στα Πανεπιστήμια τις Αγγλικές Σπουδές και συμβάδισε με τη γένεση του σύγχρονου Πανεπιστημίου όπως το ξέρουμε.

Στο βιβλίο του Ο Τυφλός Ωρολογοποιός ο Άγγλος εξελικτικός και ζωολόγος Richard Dawkins εξηγεί τη γένεση της ζωής αναφερόμενος όχι σε κάποιο ευφυή σχεδιασμό μίας διάνοιας, αλλά στην ίδια τη δύναμη της φυσικής επιλογής, θεωρία που μεταθέτει τη σημασία από τον δημιουργό στη δημιουργία, τη διαδικασία και το αποτέλεσμά της, όπως άλλωστε είχε περιγραφεί από τον πατέρα της εξελικτικής θεωρίας, τον Δαρβίνο. Αντίστοιχα μπορούμε να θεωρήσουμε πως ο Μοντερνισμός αποτόλμησε μία παρόμοια μετάθεση της σημασίας όχι στον δημιουργό, παρά μόνο στο τελικό αποτέλεσμα, το έργο, και τα συστατικά του στοιχεία, τη γλώσσα του, που, με τη δύναμη και εγωιστική προδιάθεση των γονιδίων-λέξεων, επιβάλλεται και κατισχύει.

Πρώτα με τον Δαρβίνο και έπειτα με τον Φρόυντ, χρειάστηκε να συμφιλιωθούμε με την ιδέα πως ο άνθρωπος είναι μέσον επιβίωσης γονιδίων έως την επόμενη γενιά, μέσο δοκιμής των γονιδίων προκειμένου αυτά να αναπαραχθούν, μεταλλαχθούν και βελτιστοποιηθούν. Στο εμβληματικό του άρθρο Πέραν της Αρχής της Ηδονής, ο Φρόυντ κατέληγε πως «το άτομο φέρει όντως διπλή υπόσταση: πρώτα ως αυτοεξυπηρετούμενο ον και έπειτα ως σύνδεσμος σε μία αλυσίδα, την οποία εξυπηρετεί παρά τη θέλησή του, ή τουλάχιστο ακούσια».

Κάπως έτσι κατέληγε και ο Ρώσος ποιητής Joseph Brodsky στην ομιλία που έδωσε με αφορμή την απονομή στο άτομό του του βραβείου Νόμπελ, συνοψίζοντας την εικόνα της γλώσσας μετά την επέλαση του Μοντερνισμού: «ο ποιητής, θέλω να επαναλάβω, είναι το μέσο πραγμάτωσης της γλώσσας – ή, όπως είπε ο αγαπημένος μου Auden, είναι αυτός μέσω του οποίου η γλώσσα ζει. Εγώ που γράφω αυτές τις γραμμές θα πάψω να υπάρχω. Το ίδιο κι εσείς που τις διαβάζετε. Όμως η γλώσσα στην οποία γράφονται και διαβάζονται θα παραμείνει, όχι απλά επειδή η γλώσσα είναι πιο ανθεκτική από τον άνθρωπο, αλλά επειδή είναι πιο ικανή για μετάλλαξη».

Είναι το σημείο που η βιολογία συναντά τη γλωσσολογία, η εξέλιξη τη λογοτεχνία, και η ανθρώπινη γνώση του κόσμου αποκαλύπτεται ως ενιαία.

Crime Fiction


Το καλοκαίρι πάντα ενδείκνυται για την ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων. Λίγο η θάλασσα, λίγο η μεσημεριανή σιέστα, λίγο η γενικότερη χαλάρωση, όλα αυτά κάνουν την ξαφνική δόση αδρεναλίνης που προσφέρει η αστυνομική πλοκή ευεργετική και δροσιστική.

Έτσι μάλλον προέκυψε η πρωτοβουλία αθηναϊκής εφημερίδας να προσφέρει τη σειρά αστυνομικών αφηγημάτων του Γιάννη Μαρή σε βιβλία τσέπης, μία κίνηση που είναι ευπρόσδεκτη για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί φέρνει ανθρώπους που ίσως δε διαβάζουν συχνά λογοτεχνία σε επαφή με το βιβλίο, και δεύτερον, γιατί δικαιώνει το παραγνωρισμένο είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Η αστυνομική λογοτεχνία ξεπήδησε μέσα από τη μεγαλούπολη, έπειτα από την εμφάνιση του μητρόπολης, δηλαδή, και των μεγάλων αστικών κέντρων. Είναι λογοτεχνία που αφορά την πόλη, γι’ αυτό και είναι νεότερη από τα άλλα είδη λογοτεχνίας. Εξελίσσεται μαζί με την πόλη, με το αστικό έγκλημα, την κατασκοπεία και τη συνωμοσία που συνοδεύουν τη συνύπαρξη πολλών διαφορετικών πολιτισμών και γλωσσών στους κόλπους της. Άρα, σε πρώτη φάση, εμπεριέχει το φόβο για τον «άλλον», τον «ξένο», τον «ανοίκειο», που κυκλοφορεί οπλισμένος τη διαφορετικότητά του και διασαλεύει την ισχύουσα τάξη.

Το σκηνικό της πόλης ενισχύει την ατμόσφαιρα μυστηρίου: οι ήρωες παραμένουν ανώνυμοι στα πολυσύχναστα κέντρα και φοβισμένοι στα μακρινά προάστια. Ασήμαντοι πλάι στους πολλούς και σημαντικοί στη μοναξιά τους. Είναι όλοι εξίσου ύποπτοι, απομονωμένοι, δύσπιστοι, συνήθως μελαγχολικοί, και συννεφιασμένοι, όπως ο αστικός ουρανός. Οι σχέσεις μεταξύ τους είναι περίπλοκες, αν και τα κίνητρα του εκάστοτε εγκλήματος παραμένουν διαχρονικά σαφή: το χρήμα, η εξουσία, ο υλικός πλούτος, σε συνδυασμό, πιθανόν, με κάποια ωραία ύπαρξη.

Στα πρώτα αστυνομικά μυθιστορήματα θα διέκρινε κανείς ίσως και τη χαλαρή ηθική ως αιτία εγκλημάτων. Στα σύγχρονα αστυνομικά μυθιστορήματα, όπως, για παράδειγμα, στον Ταλαντούχο Κύριο Ρίπλεϋ της Πατρίτσια Χάισμιθ, τρομάζει περισσότερο ο επιβεβλημένος αμοραλισμός παρά το ίδιο το έγκλημα. Στα σύγχρονα αστυνομικά μυθιστορήματα, το έγκλημα δε γίνεται απαραίτητα από ανήθικους ή κακοποιούς, αλλά από ταλαντούχους και πνευματικά εξοπλισμένους ανθρώπους.

Κλασικά, η δομή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος χτίζεται πάνω στην ερώτηση «ποιος το έκανε;» (το έγκλημα) και γύρω από το εύρημα, που παρουσιάζεται εισαγωγικά (ο φόνος). Ως είθισται, τα πράγματα σπάνια είναι αυτά που φαίνονται, και την ταυτότητα του πιθανού δολοφόνου φέρουν αρχικά περισσότερα πρόσωπα του ενός, τα οποία, μάλιστα, συνδέονται μέσα από σαφείς οδούς. Η πλοκή χτίζεται έτσι ώστε ο αναγνώστης να παρακολουθεί τα γεγονότα σε αληθινό χρόνο, μαθαίνοντας μαζί με τον ντέντεκτιβ τι συμβαίνει δηλαδή, ώστε να μπορεί τελικά ο αναγνώστης να ταυτιστεί με τον ντέντεκτιβ και να επιχειρήσει τη λύση του μυστηρίου. Και ο χρόνος και ο χώρος είναι συγκεκριμένα. Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα παζλ που καλούνται να λύσουν ταυτόχρονα τρεις άνθρωποι: ο αναγνώστης, ο φανταστικός ήρωας και ο συγγραφέας.

Διαβάζοντας το Έγκλημα στο Κολωνάκι του Γιάννη Μαρή, διέκρινα όλες τις αρετές του αστυνομικού μυθιστορήματος, συνοδευμένες από την έκπληξη του τέλους στην αποκάλυψη του ενόχου. Αν το διαβάσετε έχοντας υπόψη τα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι, θα κάνετε κι εσείς τη σύγκριση ανάμεσα στα γοτθικά, εσωστρεφή δράματα της τελευταίας, όπου όλα συμβαίνουν συνήθως εντός τεσσάρων τειχών, μια και οι βόρειοι λαοί περνούν περισσότερες ώρες κλεισμένοι στο φρούριο που είναι το σπίτι τους, και στην εξωστρεφή δράση και πλοκή του Μαρή, με τον αστυνόμο Μπέκα να ξεχύνεται στους δρόμους της Αθήνας, στη θάλασσα, και στα νησιά. Οπότε κρατήστε την Άγκαθα για τον χειμώνα, και αναζητήστε τον Μαρή όσο είναι καλοκαίρι!