Τρίτη 26 Μαΐου 2009

Post-modernity


Καμιά φορά σκέφτομαι πως, για το χάος που χαρακτηρίζει τον νεοελληνικό βίο, μπορεί να ευθύνεται, ανάμεσα σε άλλα, και η εξής κακή χρονική σύμπτωση: η Ελλάδα ζει, ταυτόχρονα, τις συνέπειες που διαμόρφωσαν το τοπίο της νεωτερικότητας στην Ευρώπη και τις αιτίες, παγκοσμίως, της μετανεωτερικότητας.

Νεωτερικότητα είναι η κατάσταση, χρονικά και κοινωνικά, στην οποία βρέθηκε το υποκείμενο μετά τον Διαφωτισμό. Διέθετε αυτονομία, αυτοδιάθεση, λόγο και πολιτική βούληση, αρετές που αναδεικνύονταν μέσα από την πάταξη του «άλλου» - αλλόδοξου, αλλόθρησκου, ετερόφυλου, αλλοεθνούς. Η νεωτερικότητα συμβάδισε με την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό της Ευρωπαϊκής σκέψης και πολιτικής, φτάνοντας εσχάτως μέχρι τη βία έναντι του «άλλου», πράξη που επιβεβαιώθηκε μέσα από τους δύο μεγάλους παγκοσμίους πολέμους, το πέρας των οποίων εγκαινίασε τη μετανεωτερικότητα.

Η μετανεωτερικότητα έχει σχέση όχι μόνο χρονική, αλλά πλέον και εναντιωματική με την προηγούμενη κατάσταση. Αντιπροσωπεύει την αλλαγή της ιεραρχίας και την εύνοια του «άλλου», καθώς μέσα από αυτόν επαναπροσδιορίζεται το υποκείμενο. Ο άνθρωπος, στις μετανεωτερικές κοινωνίες, σχετικοποιεί την αυτονομία και αυτοδιάθεσή του και αναγνωρίζει τα δικαιώματα του «άλλου». Παράγεται ένα πολυφωνικό, πολυ-πολιτισμικό περιβάλλον, στο οποίο το υποκείμενο συνδιαλέγεται επί ίσοις όροις με άλλα υποκείμενα.

Τι εννοούμε λοιπόν λέγοντας ότι η Ελλάδα βιώνει ταυτόχρονα δύο διαφορετικές καταστάσεις-χρονικές στιγμές; Η Ελλάδα βιώνει, όπως ειπώθηκε στον πρόλογο, τα αποτελέσματα της νεωτερικότητας, δηλαδή την εισαγωγή του «άλλου» στο πεδίο της σκέψης, της καθημερινότητας, της πολιτικής (βλέπε μετανάστες), και τις αιτίες της μετανεωτερικότητας, δηλαδή την υποχρέωση, παγκοσμίως, να περάσει από το στάδιο της σύγκρουσης στο στάδιο της ένταξης αυτού και της προσαρμογής.

Όταν τα μεγάλα αστικά κέντρα της Ευρώπης, Λονδίνο και Παρίσι, ήρθαν αντιμέτωπα στις αρχές του περασμένου αιώνα με την είσοδο ξένων – είτε εξόριστων, είτε μεταναστών από χώρες που υπήρξαν αποικίες της Δύσης, είτε προσφύγων πολέμων – η σύγκρουση ήταν τέτοια που τερμάτισε, προσωρινά, τη διαλεκτική σχέση του ατόμου με την κοινωνία και εγκαινίασε τις μαζικές εκδηλώσεις. Το άτομο, ως μονάδα, μπορεί να ήταν ηθελημένα απολιτίκ (apolitic), στάση που εκδηλωνόταν και στα έργα τέχνης του μοντερνισμού, τα οποία ήταν στοχευμένα προς την αισθητική, προς τη φόρμα, και όχι το περιεχόμενο. Ταυτόχρονα το ίδιο άτομο, ως μέρος μίας μάζας, μπορεί να συμμετείχε σε εκδηλώσεις ξενοφοβίας, με ακραία εκδήλωση τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, στα οποία δεν είναι τυχαίο ότι ενέδωσαν και αξιόλογοι καλλιτέχνες και στοχαστές του μοντερνισμού, όπως για παράδειγμα ο Έλιοτ και ο Πάουντ. Αυτή ήταν η συνέπεια της νεωτερικότητας: η είσοδος του «άλλου» και ο έλεγχος και περιορισμός του.

Η μετα-αποικιακή, μετανεωτερική, μεταπολεμική εποχή αναγκάζει πλέον τον άνθρωπο να δει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια του «άλλου», αναγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις του απέναντί του. Αναδεικνύει τον «άλλον» και τον πολιτισμό του, τη γλώσσα του, την κουλτούρα του, τη θρησκεία του και αναβιώνει την παράδοσή του παράγοντας έθνικ μουσική, ενδυμασία, κουζίνα, προωθώντας τους εξωτικούς προορισμούς στον τουρισμό και την εξωτική τέχνη. Αυτές είναι κάποιες από τις εκδηλώσεις της μετα-μοντέρνας εποχής, της εποχής που ξεπέρασε, ή τουλάχιστο έτσι ισχυρίζεται, τον φόβο για τον «άλλο» και ανακαλύπτει το παρελθόν της μέσα από αυτόν. Τα ίδια μεγάλα Ευρωπαϊκά αστικά κέντρα που κάποτε, εκατό χρόνια πριν, στιγμάτισαν τον «άλλον», έχουν σήμερα ενσωματώσει υγιώς, με κάποιες εξαιρέσεις ασφαλώς, τους ξένους τους στην κοινωνία τους.

Είναι σαφές ότι η Ελλάδα μόλις τώρα βιώνει τη νεωτερικότητα, γιατί το φαινόμενο εισροής μεταναστών είναι πολύ πρόσφατο στην ιστορία της. Άρα βρίσκεται στο στάδιο της σύγκρουσης και μη προσαρμογής. Το αστικό της τοπίο επίσης δεν έχει ολοκληρωθεί – ούτε κοινωνικά ούτε, σε πρακτικό επίπεδο, και πολεοδομικά. Δέχεται συνεχώς νέα στοιχεία που το καθιστούν κάθε στιγμή ανολοκλήρωτο, κακοφτιαγμένο, μισό. Ο μοντερνισμός, μία από τις εκδηλώσεις της νεωτερικότητας, ήταν φαινόμενο αστικό, της μεγάλης πόλης, της μητρόπολης, άρα η Ελλάδα δε μπορούσε να συμβαδίσει με το Λονδίνο και το Παρίσι το 1900. Και τι θα γίνει τώρα που, ενώ ταυτόχρονα ζει τη νεωτερικότητα, επιβάλλεται ταυτόχρονα να ακολουθήσει το μετανεωτερικό μοντέλο ζωής – δηλαδή την ανοχή του «άλλου», την ενσωμάτωσή του και την καλλιέργεια του πολυ-πολιτισμού; Πώς θα φιλοξενήσει, στις υπό συνεχή κατασκευή πόλεις της και στην πενιχρή οικονομία της, όχι μόνο τον «άλλον», αλλά τον εαυτό της και όλους τους άλλους;